ψαλίδα

ψαλίδα
ψαλίς
a pair of scissors
fem acc sg

Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες). 2014.

Игры ⚽ Поможем сделать НИР

Look at other dictionaries:

  • ψαλίδα — Έντομο της οικογένειας των φορφικουλιδών της τάξης των δερματόπτερων, γνωστό επιστημονικά ως φορφικούλη η ωτική. Πρόκειται για αρπακτικό έντομο, που γεννά τα αβγά του στο έδαφος και τα προσέχει ώσπου να εκκολαφθούν. * * * η / ψαλίς, ίδος, ΝΜΑ,… …   Dictionary of Greek

  • ψαλίδα — η μεγεθυντικό του ψαλίδι 1. μεγάλο ψαλίδι: Κουρεύει τα πρόβατα με ψαλίδα. 2. ασθένεια των τριχών της κεφαλής. 3. (ζωολ.), σκολόπεντρα …   Νέο ερμηνευτικό λεξικό της νεοελληνικής γλώσσας (Новый толковании словарь современного греческого)

  • κλάδεμα — Το σύνολο των δενδροκομικών εργασιών που πραγματοποιούνται στα ξυλώδη φυτά, με σκοπό να ρυθμιστεί η ανάπτυξή τους ή η παραγωγή καρπών. Αντικείμενα του κ. μπορούν να είναι όλα τα μέρη του φυτού, όπως κλάδοι, κλαδίσκοι, φύλλα, ρίζες, καρποί, άνθη… …   Dictionary of Greek

  • δάκνω — (AM) 1. δαγκώνω, πληγώνω με τα δόντια 2. κεντώ, ερεθίζω 3. (για τον νου, το πνεύμα ή την καρδιά) λυπώ, στενοχωρώ («δάκε δὲ φρένας Ἕκτορι μύθος» ο λόγος στενοχώρησε τον Έκτορα) μσν. διαπερνώ, διατρυπώ αρχ. 1. σφίγγω απλώς ή κρατώ κάτι με τα δόντια …   Dictionary of Greek

  • καμποψαλίδα — η ψαλίδα που είναι προσαρμοσμένη σε μικρό κοντάρι, δενδροκομικό εργαλείο με το οποίο κόβονται τα κλαδιά τών δένδρων που έχουν φωλιές με κάμπιες. [ΕΤΥΜΟΛ. < κάμπια + ψαλίδα αντί καμπιοψαλίδα] …   Dictionary of Greek

  • ψαλίζω — Α κόβω με ψαλίδα, ψαλιδίζω. [ΕΤΥΜΟΛ. < ψαλίς ίδος με σημ. «ψαλίδι» (βλ. λ. ψαλίδα)] …   Dictionary of Greek

  • αρθρόποδα — Φύλο ασπόνδυλων που ονομάζονται έτσι επειδή έχουν αρθρωτά πόδια. Στην πραγματικότητα όχι μόνο τα πόδια, αλλά ολόκληρο το σώμα τους αποτελείται από διάφορα τμήματα (άρθρα) που συνδέονται μεταξύ τους με αρθρώσεις ποικίλου σχήματος και κινητικότητας …   Dictionary of Greek

  • Θεσπρωτός, Κοσμάς — (τέλη 18ου – αρχές 19ου αι.). Λόγιος κληρικός. Το κοσμικό του όνομα ήταν Κυρίτσης Κότρας. Αποφοίτησε από την Καπλάνειο σχολή το 1815 και εργάστηκε ως δάσκαλος στην Αρτσίστα Ζαγορίου, στην Κόνιτσα και στο Καρπενήσι. Ασχολήθηκε κυρίως με τη μελέτη… …   Dictionary of Greek

  • Samiopoula — Infobox Greek Isles name = Samiopoula native name = Σαμιοπούλα skyline = samiopoula island.jpg sky caption = Samiopoula as seen from mount Bournias on the south of Samos island coordinates = coord|37|37|N|26|47|E chain = North Aegean isles = area …   Wikipedia

  • Samiopoula — Gewässer Mittelmeer Inselgruppe …   Deutsch Wikipedia

Share the article and excerpts

Direct link
Do a right-click on the link above
and select “Copy Link”